Translate -TRANSLATE -

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

«Ξεφύγαμε από τη χούντα με μια βάρκα»




«Ξεφύγαμε από τη χούντα με μια βάρκα»
Η απίστευτη περιπέτεια του Γιώργου Κώτσου και του Γιάννη Βερούχη, δύο αντιστασιακών που πάλεψαν επί δεκαεπτά ημέρες με τα κύματα και τις κακουχίες για να παραμείνουν ελεύθεροι.
Γράφει ο  ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΛΟΒΟΣ
Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 1967: Ρήγιο, Νότια Ιταλία. Έκπληκτοι οι άνθρωποι στο λιμάνι αντικρίζουν, λίγο πριν από το μεσημέρι, μια παράξενη βάρκα με δύο επιβάτες σε κακά χάλια να μανουβράρουν άτσαλα για να βρουν ένα μέρος να αράξουν. Στα πλευρά του σκάφους είναι γραμμένο φαρδιά-πλατιά το σύνθημα «Viva la Democrazia» και στο κατάρτι κυματίζει μια ελληνική σημαία. Κόσμος μαζεύεται, τα νέα φτάνουν στους λιμενικούς, στη θέα των οποίων οι δύο, ας πούμε, ναυτικοί αρχίζουν να φωνάζουν σε ακατάληπτα ιταλικά: «Non malfattori, siamo democratici, ζητάμε πολιτικό άσυλο» (Δεν είμαστε κακοποιοί, είμαστε δημοκράτες). Η αναμπουμπούλα μεγαλώνει καθώς εμφανίζονται οι δημοσιογράφοι και οι φωτορεπόρτερ - και στα πηγαδάκια όλοι μιλάνε για την « Ελλάδα των κολονέλων». Την επομένη, η φωτογραφία της μικρής βάρκας δημοσιεύεται στις εφημερίδες -όλες παίζουν με τη λέξη «Οδύσσεια» στον τίτλο του ρεπορτάζ. Τα νέα περνούν και στον γερμανικό Τύπο...
Οι λιθογράφοι Γιάννης Βερούχης και Γιώργος Κώτσου -ο τελευταίος μόλις είχε τελειώσει τη στρατιωτική του θητεία, αλλά δεν είχε πάρει ακόμα το απολυτήριο «διά ευνόητους λόγους»- ανήκαν στις Δημοκρατικές Επιτροπές Αντίστασης (ΔΕΑ), μια ομάδα τροτσκιστών που, «κάνοντας σωστή εκτίμηση της κατάστασης», βρέθηκε με την κήρυξη της δικτατορίας να διαθέτει αξιόλογο «προπαγανδιστικό» εξοπλισμό: πολύγραφους -«μηχανάκια» και «τάβλι», πλήρες τυπογραφείο και μια γενναία ποσότητα χαρτιού. «Οι ΔΕΑ έριξαν την πρώτη "στρακαστρούκα" στο Σύνταγμα», θυμάται σήμερα ο Κώτσου όμως κάποιο λάθος έφερε τη «Δίωξη» στο κατόπι τους. «Η πίεση ήταν μεγάλη. Όπου  κοιμόμασταν την άλλη μέρα ερχόντουσαν», συνεχίζει. Έτσι αποφάσισαν να περάσουν στην Ιταλία «για να στήσουμε στην Ευρώπη πλέον αντιδικτατορικό μηχανισμό».
Ο Βερούχης ήταν ερασιτέχνης ψαροντουφεκάς και είχε μια βάρκα μήκους 4,80 μ. «Ήταν υδραίικο σκαρί, εξαιρετικό, παλιό, ξύλινο, που δεν αναποδογύριζε στη φουρτούνα. "Ματίνα" το έλεγε - από το όνομα της γυναίκας του - με ένα μηχανάκι "γουίντσιστορ" εσωτερικό, που πήγαινε 5-6 μίλια την ώρα». «Θα μπορούσαμε να φύγουμε με πλαστά διαβατήρια, αλλά, για να μην "κάψουμε" κανέναν και με δεδομένο ότι οι καιροί ήταν ρομαντικοί, όπως τέτοια ήταν και η διάθεση μας, το παίξαμε...» λέει ο Γιώργος Κώτσου γελώντας. Και επειδή η ακτοφυλακή καιροφυλακτούσε στις συνηθισμένες θαλάσσιες οδούς, ακολούθησαν τον δυσκολότερο δρόμο...
Φόρτωσαν τη βάρκα σε ένα φορτηγό και πήγαν στο Πόρτο Γερμένο. « Στο ημερολόγιο που τηρούσαμε γράψαμε "Λουτράκι59 για να μην κάψουμε τον άνθρωπο που μας πήγε», μου λέει και βγάζει το « Ημερολόγιον βάρκας Ματίνας» που σώζεται ακόμα σε φωτοτυπία. Ακολουθώντας τον «αδαμάντινο κανόνα των εφεδρειών», πήραν μαζί και ένα πανί -παρότι δεν ήξεραν να το χρησιμοποιούν- «διά πάσα ανάγκη. «Σάββατο 16/9/67. Αναχώρησις 7η πρωινή». Το ταξίδι κράτησε 13 ημέρες, αφού το σχέδιο προέβλεπε να διασχίσουν το πέλαγος σε ευθεία γραμμή από την Πάτρα στο Ρήγιο, μια ρότα που ακόμη και τα μεγάλα πλοία αποφεύγουν! Και στις Αλκυονίδες ήρθε η πρώτη ψυχρολουσία: « Άτσαλοι άνεμοι και κύματα που δεν ξέραμε από πού ερχόντουσαν» !


«Το Λιμενικό σας εύχεται καλό ταξίδι!»
Παραλία-παραλία πλησίασαν τον Κορινθιακό, Ιτέα, Γαλαξίδι, για να φτάσουν στην Πάτρα, δύο ημέρες αργότερα. Εκεί φρόντισαν για προμήθειες. «Πήραμε ένα μουσαμά για να σκεπάσουμε την βάρκα και ψάξαμε για λεπτομερή χάρτη και πυξίδα, αλλά πού... Ξεκινήσαμε λοιπόν με έναν πρόχειρο χάρτη  και μια παλιοπυξίδα από μπρελόκ. Πριν βγούμε από το λιμάνι, ήρθε ένας λιμενικός και, βλέποντας πόση βενζίνη είχαμε, μας ρώτησε αν πηγαίναμε Ιταλία! Τον ψήσαμε ότι κάνουμε το γύρο της Πελοποννήσου και μας άφησε, αφού  πρώτα μας ευχήθηκε καλό ταξίδι!» . Στη Ζάκυνθο παραλίγο όλα να τελειώσουν άδοξα: «Βγήκαμε σε μια παραλία να κυνηγήσουμε αγριοπερίστερα με το ψαροντούφεκο και ώσπου να μπούμε ξανά στο νερό έπεσαν βράχια εκεί που καθόμασταν πριν από ένα λεπτό! Η τύχη μας ήταν ασύλληπτη και ο οιωνός καλός - έτσι το θεωρήσαμε τότε ». Η γραμμή πλέον ήταν ευθεία, οι βάρδιες στο τιμόνι δίωρες και ο καιρός ευνοϊκός. «Μόλις πιστέψαμε ότι ήμασταν στα διεθνή ύδατα, νιώσαμε ελεύθεροι. Σβήσαμε τη μηχανή και το γιορτάσαμε με φρούτα-κονσέρβα. Προσπαθήσαμε να ανάψουμε ξανά τη μηχανή... τίποτα! Και συνεχίσαμε με το πανί, δένοντας τα σκοινιά γύρω από μάλλινα στα χέρια μας, για να μη μας κόψουν». Υπήρχε βέβαια πάντα ο φόβος μήπως βγουν στην Κέρκυρα ή την Αλβανία.
Πυρετός μεσοπέλαγα
Κυριακή 24/9/67 «ασθένησε ο σύντροφος μου βαριά», αφηγείται ο Γιώργος Κώτσου, «και κατέρρευσε από τον πυρετό. Εκεί ήταν το καλαμπούρι των θεωριών. Εκείνος έλεγε ότι πρέπει να είσαι αδύνατος και ευέλικτος, να μπορείς να τρέχεις. Εγώ υποστήριζα ότι πρέπει να διαθέτεις τις... σωματικές υποδομές για να αντέχεις. Επειδή λοιπόν είχα... λιπαρά, άντεξα περισσότερο. Ο Γιάννης είχε γίνει σκελετός, αλλά ήταν ο πιο δυνατός χαρακτήρας. Αυτός, άλλωστε, ήταν ο εμπνευστής και η ψυχή του ταξιδιού, σπουδαίος αγωνιστής και με πείσμα».
Ευτυχώς, είχαν μαζί τους φάρμακα αντιπυρετικά, αντιβιοτικά, ακόμη και κλωστές και βελόνες, πάλι «διά παν ενδεχόμενο». «Με αφήνει στο τιμόνι ένα απόγευμα και κουκουλώθηκε, γιατί ο πυρετός είχε ανέβει. Εγώ άντεξα μέχρι τις τρεις με τέσσερις το πρωί, φοβήθηκα όμως μην πέσω στη θάλασσα. Τότε θυμήθηκα μια ιστορία που μου είχε πει, με κάτι ληστές παλιούς που έφυγαν από την Κέρκυρα με έναν βαρκάρη να πάνε απέναντι. Εκείνος, λοιπόν, είχε την ευφυή ιδέα να πετάξει την άγκυρα, όχι στον πάτο αλλά πιο πάνω, για να καθυστερεί την βάρκα με το βάρος της και να τους προλάβουν οι χωροφύλακες.
Ρίξαμε, λοιπόν, ένα μπιτόνι βενζίνης με την άγκυρα, και έτσι  ακόμη και αν ξεμακραίναμε νότια, δεν θα πιάναμε Αφρική. Και μπόρεσα και κοιμήθηκα λίγο». Ο κ. Κώτσου, συνεχίζοντας την αφήγηση, αναφέρεται σε ένα «μάλλον λαθρεμπορικό » που παραλίγο να πέσει πάνω τους, σε ένα κότερο με Γιουγκοσλάβους που τους έδωσαν νερό και γλυκά, στο πώς περίμεναν να δύσει ο ήλιος ο οποίος, «αν στον ορίζοντα φαινόταν σπασμένος στο κάτω μέρος, θα σήμαινε πως υπήρχαν μπροστά βουνά - και με τα κιάλια τον είδαμε φαγωμένο. Την άλλη μέρα, όμως, δεν κουνιόταν φύλλο. Πετάξαμε όλη τη σαβούρα, αλλά το σκαρί ήταν βαρύ και δεν πήγαινε με τα κουπιά. Πέσαμε στη θάλασσα και προσπαθήσαμε να τη σπρώξουμε... Ευτυχώς, σηκώθηκε άνεμος το απόγευμα».


Η Ιθάκη που λεγόταν Ρήγιο
«Στεριά πιάσαμε κάτω από έναν περιφερειακό δρόμο και είδαμε τις πινακίδες στα ιταλικά! Υπολογίσαμε πως βρισκόμασταν κάπου μεταξύ Καταντζάρο και Μαρίνα ντι Μοναστιράκι, επειδή όμως εκεί, στο Νότο, ο κόσμος ήταν αντιδραστικός και ίσως μας έστελναν πίσω, θέλαμε να παραδοθούμε σε μια μεγάλη πόλη, και μάλιστα να δώσουμε δημοσιότητα στο γεγονός». Και από εκεί άρχισε ένα δεύτερο ταξίδι, μέσα από τα δύσκολα Στενά της Μεσσήνης, εκεί όπου τους σταμάτησε ένας δυνατός παλιρροϊκός άνεμος. «Βγήκαμε έξω και λύσαμε τη μηχανή, μπας κι επιδιορθωνόταν, και ανακαλύψαμε πώς δεν είχε τίποτα! Δύο πιστόνια είχαν κλείσει από τους καπνούς... Θα μπορούσαμε να την είχαμε επισκευάσει και εν πλω οπότε θα ερχόμασταν δηλαδή σε μια-δυο μέρες! Πού να το ξέραμε».
Φυσικά, η ιστορία δεν σταματά εκεί. Από την πρώτη νύχτα στο κρατητήριο άρχισαν απεργία πείνας για πολιτικό άσυλο. Τους έστειλαν στη Ρώμη για να τους ξεφορτωθούν, πριν από αυτό όμως σιγούρεψαν την «κυρα-Ματίνα» στη Νάπολη, όπου έδωσαν συνέντευξη Τύπου. Στη Ρώμη τους βοήθησε το Σοσιαλιστικό Κόμμα μέσω Στάθη Παναγούλη και Παναγιώτη Μαντά. Πήραν «titolo di viaggi per stranieri» για Γερμανία, ξαναπέρασαν «παράνομα από τα βουνά» στην Ιταλία και έπιασαν δουλειά ως λιθογράφοι στη Βερόνα, «το κέντρο των γραφικών τεχνών της Ιταλίας εκείνη την εποχή ». Ο Βερούχης «μαζί με τον Δαριώτη και τον Νίκα ήταν οι πρώτοι επικηρυγμένοι της χούντας», η οποία συνέλαβε πάραυτα τις συζύγους των δύο φυγάδων. Εκείνοι, με τη σειρά τους, περιπλανήθηκαν στην Ευρώπη, έζησαν το «κίνημα του '68 » στη Φρανκφούρτη, ενώ στο Παρίσι τους φιλοξένησε ο μετέπειτα ευρωβουλευτής Αλεν Κριβίν πάντα προπαγανδίζοντας τον « αγώνα ενάντια στη χούντα με κάθε μέσο ». Αυτά όμως είναι μια άλλη ιστορία...
Από το 2004, όταν είδα τις φωτογραφίες από την «ηρωική είσοδο» στο Ρήγιο, προσπαθούσα να πείσω τον κ. Κώτσου να με αφήσει να γράψω την ιστορία του. Μου εξηγούσε πως είχαν επιλέξει να μην ενταχθούν σε κάποιο κόμμα εξουσίας και πολύ περισσότερο να μην εξαργυρώσουν την αντιδικτατορική δράση τους όταν ήρθε η Μεταπολίτευση. Τα τελευταία χρόνια ο κ. Κώτσου ζει στη Σπάρτη, όπου έχει έναν εκδοτικό οίκο και εκδίδει αξιόλογα βιβλία τοπικού ενδιαφέροντος. Επί ένα χρόνο είχα πιαστεί από τον τίτλο ενός τόμου με τις ενθυμήσεις κάποιου παλιού αντάρτη από τη Λακωνία. « Όταν αφηγείσαι, αντιστέκεσαι...» « Όταν αφηγείσαι, αντιστέκεσαι», «όταν αφηγείσαι, αντιστέκεσαι», του έλεγα και του ξανάλεγα. Αυτό ήταν μάλλον το κίνητρο για να μου αφηγηθεί την «οδύσσεια» που έζησε με τον σύντροφο του στο δρόμο προς την ελευθερία. Για όλους εμάς τους υπολοίπους, πρόκειται απλώς για μια πολύ όμορφη ιστορία... Ή μήπως είναι και κάτι περισσότερο;

Στον απόηχο της απόβασης
Ιστορίες... καταστρώματος
Ενωμοτάρχης τάδε «Σε ένα κολπάκι έξω από το Γαλαξίδι αράξαμε γιατί είχαμε γεμίσει νερά. Απλώσαμε στην άμμο τα ρούχα και τις λινάτσες, μαζί και δέκα χιλιάρικα που είχαμε πάρει από διάφορους συντρόφους - ποσό μεγάλο για την εποχή. Ξαφνικά, εμφανίστηκε ένας βοσκός και μας ρώταγε διάφορα, φοβηθήκαμε μη μας πάρει και τα λεφτά. Ο Γιάννης τού είπε πως ήταν ενωμοτάρχης της χωροφυλακής και του έδωσε συγχαρητήρια γιατί φύλαγε τις... ελληνικές ακτές. Κάθισε σούζα ο κακομοίρης, ο οποίος μάθαμε εκ των υστέρων πως τον σπάσανε στο ξύλο όταν μαθεύτηκε το ταξίδι και έψαξαν να βρούνε πώς έγινε».
Σιγαρέττα!
«Μόλις πατήσαμε το πόδι μας σε ιταλικό έδαφος, σκάει ένας ψαράς. Του έλεγα κάτι "μποτζόρνο", αλλά αυτός επέμενε "σιγκαρέτα". Ευτυχώς είχα μαζί μου ένα πακέτο και του έδωσα μερικά, και εκείνος γυρνάει και φεύγει χωρίς να ρωτήσει καν ποιοι είμαστε... Αυτή ήταν η πρώτη μας επαφή με τους Ιταλούς».

Τι απέγινε η κυρα-Ματίνα
«Στη Νάπολη μας βοήθησε ένας Έλληνας φοιτητής, ο Χ. Ινιωτάκης από την Κρήτη - καλό παιδί. Είχαμε νοικιασμένο ένα χώρο όπου βάλαμε τη βάρκα. Τη γουστάρανε οι ντόπιοι και θέλανε να την αγοράσουνε. Όταν κατέβηκε μετά από καιρό ο Γιάννης να δει τι κάνει, δεν τη βρήκε εκεί. Την είχαν βουτήξει!»
Το υποβρύχιο
«Μόλις το ΚΚΕ έμαθε την ιστορία μας από τις εφημερίδες και διασταύρωσαν ότι δεν ήμασταν δικοί τους, διέδωσαν ότι ήμασταν πράκτορες του Παττακού και ότι μας έφεραν με υποβρύχιο στην Ιταλία για να διεισδύσουμε στο εκεί αντιδικτατορικό κίνημα. Επίσης, μόλις είχαμε πάει στα γραφεία της Unita για να τους ενημερώσουμε για τη δίκη των ΔΕΑ στην Αθήνα, ο Αντόνιο Σολάρο μάς είπε ότι δεν μπορούσε να γράψει αφού δεν ήμασταν δικοί τους. Ο Βερούχης κόντεψε να τον γκρεμίσει από τις σκάλες...»
"Κ" της Καθημερινής
15.11.2009/ τ.337

Δεν υπάρχουν σχόλια: